Meaning of εσπεριδοειδή | Babel Free
/e.spe.ɾi.ðo.iˈði/Ορισμοί
ονομασία οπωροφόρων αειθαλών δέντρων που ανήκουν στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae) και κυρίως στο γένος Κίτρος (Citrus) (όπως πορτοκαλιά, λεμονιά, μανταρινιά κ.ά.) με ξινή ή υπόξινη γεύση
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.