HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ερωτόληπτος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει καταληφθεί από έρωτα, που ο έρωτας του έχει γίνει αρρώστια
    formal
  2. που ερωτεύεται συχνά και επιπόλαια, ο ερωτιάρης
    formal

Παραδείγματα

“※ Ο Βελμίννης ήτο ερωτόληπτος, ερωτόληπτος με την θαλασσίαν νύμφην (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γυφτοπούλα, κεφάλαιο Κατόπιν Εορτής, Η παράδοξος διήγησις περί του Αννίβα Βελμίννη, 1884)”
“※ Εν ταίς κατ' οίκον λίμναις, ών εν μέσω ήσαν ανεγηγερμένα οικήματα, ελoύετο αυτός και ερωτόληπτος , παίζων μετά γυναικών, ών υπό των μαστών θιγόμενοι οι λωτοί, εσαλεύοντο (Δ. Γαλανός, Ῥαγγου-Βανσα, ἠ Γενεαλογία του Ῥαγγου, μεταφρασθεισα ἐκ του Βραχμανικου παρά Δ. Γαλανού, 1850, σελ. 262 https://books.google.gr/books?id=eW5pAAAAcAAJ&dq=%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82&pg=PA262#v=onepage&q=%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82&f=false)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ερωτόληπτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course