HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ερυθρίαση | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερυθριάζω
  2. κοκκίνισμα στην επιδερμίδα του προσώπου, που προκαλείται από παθολογικά ή άλλα αίτια
  3. κοκκίνισμα στην επιδερμίδα του προσώπου, που προκαλείται κάποιο έντονο συναίσθημα (π.χ. αισχύνη) ή λόγω έντονης προσπάθειας / ζορίσματος

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ερυθρίαση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course