Meaning of ερυθρίαση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερυθριάζω
- κοκκίνισμα στην επιδερμίδα του προσώπου, που προκαλείται από παθολογικά ή άλλα αίτια
- κοκκίνισμα στην επιδερμίδα του προσώπου, που προκαλείται κάποιο έντονο συναίσθημα (π.χ. αισχύνη) ή λόγω έντονης προσπάθειας / ζορίσματος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.