HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ερπύστρια | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

τεχνολογία αρθρωτού μεταλλικού ιμάντα που περιβάλλει ένα υλικό: π.χ. στην αυτοκίνηση περικλείει όλους μαζί τους τροχούς της κάθε πλευράς ενός οχήματος και το διευκολύνει έτσι να κινείται σε ανώμαλο ή γενικά ακατάλληλο έδαφος, ενώ στην καλωδίωση χρησιμεύει στη μετακίνηση καλωδίων.

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“οι ερπύστριες ενός τανκ”
“πλαστική ερπύστρια καλωδίων”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ερπύστρια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course