HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ερπύστρια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

τεχνολογία αρθρωτού μεταλλικού ιμάντα που περιβάλλει ένα υλικό: π.χ. στην αυτοκίνηση περικλείει όλους μαζί τους τροχούς της κάθε πλευράς ενός οχήματος και το διευκολύνει έτσι να κινείται σε ανώμαλο ή γενικά ακατάλληλο έδαφος, ενώ στην καλωδίωση χρησιμεύει στη μετακίνηση καλωδίων.

Ισοδύναμα

26 more languages
Azərbaycan dilitırtıl
Българскиверига
Catalàeruga
Češtinapas
Հայերենթրթուր
Bahasa Indonesiaroda rantai
Italianocingolo
Kurdîpalet
Македонскигасеница
Монголгинж
Nederlandsrupsband
Portuguêsesteiralagarta
Românășenilă
Русскийгусеница
Українськагусениця

Παραδείγματα

“οι ερπύστριες ενός τανκ
“πλαστική ερπύστρια καλωδίων”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ερπύστρια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free