Meaning of ερειπώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερειπώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
- θα ερειπώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ερειπώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.