HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εργονομία | Babel Free

Noun CEFR B2
/eɾ.ɣo.noˈmi.a/

Ορισμοί

  1. η επιστήμη που ασχολείται με τις επιδράσεις του εργασιακού (ή άλλου) περιβάλλοντος στους ανθρώπους καθώς και τις μεθόδους βελτίωσης αυτών των συνθηκών
  2. σχεδίαση ενός αντικειμένου ή του περιβάλλοντος χώρου με τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τον άνθρωπο

Ισοδύναμα

English Ergonomics

Παραδείγματα

“※ Τα ρομποτικά συστήματα που παρουσιάστηκαν τελευταία μπορεί να υπερνικήσουν τις παραπάνω δυσκολίες, καθώς παρέχουν καλύτερη όραση τριών διαστάσεων, αυξημένους βαθμούς ελευθερίας, καλύτερη εργονομία και δυνατότητα για κινήσεις των εργαλείων σε κλίμακα πάνω και κάτω, διευκολύνουν το συντονισμό ματιού-χεριού και έχουν μειωμένες καμπύλες εκμάθησης σε σύγκριση με τις παλαιότερες ενδοσκοπικές τεχνικές. (εφημερίδα Real, 25/2/2013)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εργονομία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course