HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ερασιτέχνης | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/e.ɾa.si.ˈte.xnis/

Ορισμοί

  1. που ασχολείται με κάτι από ευχαρίστηση, όχι επαγγελματικά ή με σκοπό το οικονομικό κέρδος
    adjective
  2. που δε διαθέτει επαγγελματισμό, οργανωτικότητα ή ειδικές γνώσεις, αλλά χαρακτηρίζεται από προχειρότητα κι ανευθυνότητα
    disapproving

Ισοδύναμα

English Amateur Layman

Παραδείγματα

“※ όργανο πρωτόπιασα όταν ήμουνα περίπου 15 χρονών παιδάκι. Ένας άλλος ξάδελφός μου έπαιζε κιθάρα. Ερασιτέχνης κι' αυτός. Εγώ βρήκα την κιθάρα - το πρώτο όργανο που έπιασα - τον παρακάλεσα, μου την έδωσε και άρχισα να την κάνω κτήμα μου (Παναγιώτης Κουνάδης, Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών, κείμενα γύρω από το ρεμπέτικο, εκδ. Κατάρτι, 2000, σελ. 233)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ερασιτέχνης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course