Meaning of εποικοδομή | Babel Free
Ορισμοί
το επάνω μέρος ενός οικοδομήματος ή το οικοδόμημα που είναι κτισμένο πάνω σε κάποιο άλλο
figuratively, formal, literally
Παραδείγματα
“Προέρχεται δηλαδή ολόκληρος από τή βάση· και από τη βάση ανεβαίνει προς την εποικοδομή και τη στράτευση της λογοτεχνίας. (Ελένη Τσαντσάνογλου, Σάτιρα και πολιτική στην νεότερη Ελλάδα, σελ. 209)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.