Meaning of επιχωμάτωση | Babel Free
Ορισμοί
η συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας χώματος σε ένα σημείο, με σκοπό να γεμίσει μια κοιλότητα ή να ανυψωθεί μια επιφάνεια
Παραδείγματα
“※ Παράλληλα, θα γίνει επιχωμάτωση των τμημάτων του εσωτερικού περιβόλου, όπου η στάθμη του εδάφους είναι πολύ χαμηλότερη, ως αποτέλεσμα των προγενέστερων ανασκαφικών ερευνών, ώστε να προστατευτούν τα κατώτερα τμήματα και η θεμελίωση της λιθοδομής. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.