HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επιχειρησιακός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. σχετικός με τις εμπορικές επιχειρήσεις, τη δράση και οργάνωσή τους
  2. σχετικός με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις

Παραδείγματα

“σεμινάριο για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την ανάπτυξη”
“αυτή τη στιγμή είναι σε επιχειρησιακή ετοιμότητα όλα τα υποβρύχια”
“※ Η διακλαδική και ενδοκλαδική πολυτυπία συνεπάγεται σημαντικά επιχειρησιακά μειονεκτήματα και αυξημένα κόστη λειτουργίας και υποστήριξης. (Χρήστος Γ. Κόλλιας, Εθνική οικονομία - Eθνική άμυνα και ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, 2023, σελ. 194)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επιχειρησιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course