HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επιφυλακή | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/e.pi.fi.laˈci/

Ορισμοί

η κατάσταση ετοιμότητας και εγρήγορσης, στην οποία βρίσκονται κάποια άτομα (του στρατού, της αστυνομίας, της πολιτοφυλακής κ.λπ.), προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν δύσκολες ή έκτακτες καταστάσεις, που απειλούν το κοινωνικό σύνολο

Παραδείγματα

“※ Σε επιφυλακή βρίσκονται Πολιτική Προστασία, περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και τοπικοί δήμοι, λόγω της αυξημένης στάθμης του ποταμού Έβρου στην περιοχή του χωριού Πύθιο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 29/10/2014)”
“※ Το ενδεχόμενο οι πυροσβέστες που υπηρετούν στις υπηρεσίες των αεροδρομίων να ορίζονται και να καλούνται σε συνεχείς επιφυλακές, ακόμα και χωρίς να υπάρχουν συμβάντα, επισημαίνει παρέμβαση της «Ενωτικής Αγωνιστικής Κίνησης Πυροσβεστών», προς το αρχηγείο του Πυροσβεστικού Σώματος. (εφ. Ριζοσπάστης, 24/5/2017)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επιφυλακή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course