Meaning of επιτροπικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με επίτροπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- επιτροπικό
- το έγγραφο που πιστοποιεί ότι κάποιος είναι επίτροπος
- η ενάσκηση των καθηκόντων ενός επιτρόπου
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.