Meaning of επιτροπεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
- θα επιτροπεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτροπεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.