Meaning of επιτηδευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
- θα επιτηδευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιτηδεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.