Meaning of επιτελικός | Babel Free
/e.pi.te.liˈkos/Ορισμοί
- ο σχετικός με το επιτελείο
-
σχετικός με στρατιωτικό επιτελείο especially
-
που έχει υψηλή θέση στην ιεραρχία οργάνωσης ή επιχείρησης figuratively
- μέσος με επιθετικό ρόλο, ο οποίος αγωνίζεται πίσω από τους επιθετικούς και έχει ως ρόλο τη μεταβίβαση της μπάλας προς αυτούς ώστε να επιτύχουν τέρμα.
Παραδείγματα
“επιτελικό σχέδιο”
“επιτελικό κέντρο (κέντρο συντονισμού)”
“επιτελική υπηρεσία”
“επιτελικό στέλεχος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.