Meaning of επιταχυντικός | Babel Free
Ορισμοί
- Αυτός που αυξάνει την ταχύτητα, που δημιουργεί επιτάχυνση.
- για φυσική δύναμη που μόνο ως επιταχυντική αποκτά υπόσταση (πχ. βαρύτητα)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.