Meaning of επιταχυντής | Babel Free
Ορισμοί
-
γκάζι formal
- ουσία που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας χημικής αντίδρασης
- μηχανή ή συσκευή που συμβάλλει στην επιτάχυνση ηλεκτρονίων, πρωτονίων κι άλλων φορτισμένων σωματιδίων προσδίδοντάς τους ενέργεια
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.