HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επιτίθεμαι | Babel Free

Verb CEFR B2
/e.piˈti.θe.me/

Ορισμοί

  1. επιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο
    literally
  2. εκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ
    figuratively
  3. παθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι
    rare

Ισοδύναμα

English attack

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Ένας τρελός τού επιτέθηκε με τσεκούρι στο δάσος.”
“Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επιτίθεμαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course