επιτίθεμαι
Ορισμοί
-
επιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο literally
-
εκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ figuratively
-
παθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι rare
Ισοδύναμα
1 more languages
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Ένας τρελός τού επιτέθηκε με τσεκούρι στο δάσος.”
“Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free