Meaning of επιτίθεμαι | Babel Free
/e.piˈti.θe.me/Ορισμοί
-
επιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο literally
-
εκτοξεύω αυστηρές κριτικές εναντίον κάποιου, τον κατηγορώ, τον υποτιμώ figuratively
-
παθητική φωνή του ρήματος επιθέτω· με βάζουν πάνω σε κάτι rare
Ισοδύναμα
English
attack
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Ένας τρελός τού επιτέθηκε με τσεκούρι στο δάσος.”
“Η καλή συνεργασία προϋποθέτει ότι δεν επιτιθόμαστε προσωπικά στους συναδέλφους μας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.