HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επισφάλεια | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. κατάσταση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που προκαλεί ανησυχία
  2. χρέος που είναι αβέβαιο αν θα εισπραχθεί

Ισοδύναμα

English precarity

Παραδείγματα

“Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούν να πληρώσουν, οι τράπεζες γράφουν ολοένα και μεγαλύτερες επισφάλειες και η ρευστότητα στην αγορά τελικά δεν αυξάνεται. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επισφάλεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course