Meaning of επισφάλεια | Babel Free
Ορισμοί
- κατάσταση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που προκαλεί ανησυχία
- χρέος που είναι αβέβαιο αν θα εισπραχθεί
Ισοδύναμα
English
precarity
Παραδείγματα
“Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούν να πληρώσουν, οι τράπεζες γράφουν ολοένα και μεγαλύτερες επισφάλειες και η ρευστότητα στην αγορά τελικά δεν αυξάνεται. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.