Meaning of επισυναλλαγματική | Babel Free
Ορισμοί
νέα συναλλαγματική, στη θέση άλλης, κατά της οποίας υπήρξε διαμαρτυρία
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.