Meaning of επιστέφω | Babel Free
Ορισμοί
-
στεφανώνω archaic
-
τοποθετώ στην κορυφή archaic
-
ολοκληρώνω κάτι που κάνω με μια τελευταία σημαντική ενέργεια, θέτω ως επιστέγασμα formal
Παραδείγματα
“Οι κίονες είναι κυλινδρικοί αρράβδωτοι από φαιόχρωμο μάρμαρο και επιστέφονται με ιωνικά κιονόκρανα. (*odysseus.culture.gr)”
“※ Στην πόλη της Παμπλόνας, στη βόρειο Ισπανία, γιορτάζεται το διάσημο φεστιβάλ του Σαν Φερμίν, του οποίου οι εννεαήμερες εορταστικές εκδηλώσεις επιστέφονται με το πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο κυνήγι των ταύρων. (*naftemporiki.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.