Meaning of επισπεύσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
- θα επισπεύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επισπεύδω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.