Meaning of επισκοπήσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
- θα επισκοπήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επισκοπώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.