Meaning of επισκευασιμότητα | Babel Free
Ορισμοί
η ιδιότητα του επισκευάσιμου, η δυνατότητα επισκευής, επιδιόρθωσης, συντήρησης ή αναβάθμισης ενός προϊόντος
formal, neologism
Ισοδύναμα
English
repairability
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.