HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επισιτιστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/e.pi.si.ti.stiˈkos/

Ορισμοί

που έχει σχέση με τον επισιτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Παραδείγματα

“επισιτιστική ασφάλεια”

food security

“επισιτιστική ανασφάλεια”

food insecurity

“επισιτιστική βοήθεια”

food aid

“Το 60% 16 χιλιάδων οικογενειών -συνολικά 32.358 μαθητές- αντιμετώπισαν επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ το 23% εξ αυτών (περίπου 8.000) επισιτιστική ανασφάλεια με πείνα κατά το έτος 2012. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επισιτιστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course