Meaning of επιπλώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπλώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
- θα επιπλώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιπλώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.