Meaning of επιμελούμαι | Babel Free
Ορισμοί
φροντίζω, ασχολούμαι με κάτι φροντίζοντας για όλες τις σχετικές λεπτομέρειες
Παραδείγματα
“※ Το εξώφυλλο επιμελήθηκε με περισσή προθυμία ο Τσαρούχης. (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.