Meaning of επιμελήτρια | Babel Free
Ορισμοί
- η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου
- η μαθήτρια που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος
- γιατρός νοσοκομείου, η οποία έχει ασκηθεί στην ειδικότητά της για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα
Ισοδύναμα
English
lecturer
Παραδείγματα
“επιμελήτρια της έκδοσης”
“επιμελήτρια της τάξης αυτή την εβδομάδα είναι η Μαρία”
“η επιμελήτρια της παιδοχειρουργικής”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.