επιμήκυνση
Ορισμοί
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιμηκύνω, η επέκταση ενός χρονικού διαστήματος ή της διάρκειας κάτι
Παραδείγματα
“επιμήκυνση του χρέους - αφορά την παράταση διορίας αποπληρωμής των τοκοχρεολυσίων, η προθεσμία χάριτος εξόφλησης των τόκων”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free