HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επιμήκυνση | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιμηκύνω, η επέκταση ενός χρονικού διαστήματος ή της διάρκειας κάτι

Παραδείγματα

“επιμήκυνση του χρέους - αφορά την παράταση διορίας αποπληρωμής των τοκοχρεολυσίων, η προθεσμία χάριτος εξόφλησης των τόκων”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επιμήκυνση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course