Meaning of επικουρικός | Babel Free
Ορισμοί
- βοηθητικός, ενισχυτικός
- συμπληρωματικός (πχ για εισόδημα)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“επικουρικό ταμείο ασφάλισης”
“η κύρια σύνταξη και η επικουρική”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.