Meaning of επιθεωρητικός | Babel Free
/e.pi.θe.o.ɾi.tiˈkos/Ορισμοί
ο σχετικός με την διενέργεια επιθεώρησης ή τους επιθεωρητές
Παραδείγματα
“※ Σύμφωνα με τον κανονισμό η επιθεωρητική αρχή είναι η δημόσια αρχή που έχει συγκροτηθεί ή οριστεί από τα κράτη μέλη και η οποία είναι αρμόδια για θέματα που καλύπτει η σύσταση, καθώς και οιοδήποτε νομικό πρόσωπο στο οποίο εκχωρούνται ανάλογα καθήκοντα από τις ως άνω αρχές με στόχο την εκτέλεσή τους υπό την αιγίδα και επιθεώρησή τους, εφόσον ανάλογα νομικά πρόσωπα δεν έχουν προσωπικά συμφέροντα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κατάληξη των αναλαμβανόμενων επιθεωρήσεων. (Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή Περιφερειών σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 14 Νοεμβρίου 2007)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.