Meaning of επιδιωκόμενος | Babel Free
Ορισμοί
ο στόχος τον οποίο κάποιος ή κάποιοι επιδιώκουν να επιτύχουν (η μετοχή χρησιμοποιείται για αφηρημένες έννοιες)
Ισοδύναμα
English
Intended
Παραδείγματα
“Στις εκλογές του Μαϊου του 2012 στάθηκε αδύνατο τα δύο -μεγάλα εως τότε- κόμματα,να εκμαιεύσουν από τον ελληνικό λαό την επιδιωκόμενη απόλυτη πλειοψηφία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.