Meaning of επαρχιώτης | Babel Free
/e.paɾ.çiˈo.tis/Ορισμοί
- αυτός που κατάγεται από επαρχία ή διαμένει σ’ αυτή
-
αυτός που έχει συμπεριφορά και νοοτροπία κάπως συμμαζεμένη (και ενδεχομένως στενόμυαλη) offensive
Παραδείγματα
“※ Για το τεράστιο καφενείο «Νέον» [στην πλατεία Ομονοίας], που έχει απεικονίσει απαράμιλλα ο Τσαρούχης, τα λεγόμενά μου ισχύουν, νομίζω, πάρα πολύ. Το μαγαζί αυτό χρησιμοποιείται πολύ από τους επαρχιώτες κάποιας ηλικίας ιδίως, για τις συναντήσεις τους (απόσπασμα από το βιβλίο των Γιώργου Ιωάννου [κείμενο] - Ανδρέα Mπέλια [φωτογρ.], Ομόνοια 1980, όπως παρατίθεται στο κείμενο του Φώντα Τρούσα, «“Στην Ομόνοια συχνάζουν υποψιασμένα κορμιά …”». Η διασημότερη ελληνική πλατεία του '80 μέσα από ένα βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου», Lifo.gr (23 Μαΐου 2017)· πρόσβαση: 2020-07-17)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.