Meaning of επαναστατώ | Babel Free
/e.pa.na.staˈto/Ορισμοί
- ξεσηκώνομαι, αντιδρώ απέναντι σε μια καταπιεστική πολιτική εξουσία
- προσπαθώ να ανατρέψω ένα καταπιεστικό καθεστώς και να επιβάλω άλλο πολίτευμα
-
εξεγείρομαι για ζητήματα που με δεσμεύουν και με καταπιέζουν σε προσωπικό, εργασιακό, οικογενειακό επιπεδο figuratively
Ισοδύναμα
English
Revolt
Παραδείγματα
“Near-synonym: ξεσηκώνομαι (xesikónomai)”
“Πολλοί περίμεναν ότι ο λαός θα επαναστατούσε αντιδρώντας με πάθος στα μέτρα του μνημονίου”
“Οι προλετάριοι της Κίνας επαναστάτησαν και έφεραν στην εξουσία το κομμουνιστικό κόμμα”
“Βαρέθηκε να είναι το παιδί για τα θελήματα και επαναστάτησε θυμίζοντάς τους ότι είχε κι ένα πτυχίο”
“Επαναστάτησε και είπε "Σκασμός εσύ Αντωνάκη μου!"”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.