HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επαναστατώ | Babel Free

Verb CEFR B2
/e.pa.na.staˈto/

Ορισμοί

  1. ξεσηκώνομαι, αντιδρώ απέναντι σε μια καταπιεστική πολιτική εξουσία
  2. προσπαθώ να ανατρέψω ένα καταπιεστικό καθεστώς και να επιβάλω άλλο πολίτευμα
  3. εξεγείρομαι για ζητήματα που με δεσμεύουν και με καταπιέζουν σε προσωπικό, εργασιακό, οικογενειακό επιπεδο
    figuratively

Ισοδύναμα

English Revolt

Παραδείγματα

“Near-synonym: ξεσηκώνομαι (xesikónomai)”
“Πολλοί περίμεναν ότι ο λαός θα επαναστατούσε αντιδρώντας με πάθος στα μέτρα του μνημονίου”
“Οι προλετάριοι της Κίνας επαναστάτησαν και έφεραν στην εξουσία το κομμουνιστικό κόμμα”
“Βαρέθηκε να είναι το παιδί για τα θελήματα και επαναστάτησε θυμίζοντάς τους ότι είχε κι ένα πτυχίο”
“Επαναστάτησε και είπε "Σκασμός εσύ Αντωνάκη μου!"”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επαναστατώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course