Meaning of επαναστατικός | Babel Free
Ορισμοί
- που δημιουργεί μια εξέγερση, που αντιδρά στο κατεστημένο
- που κάνει σημαντική πρόοδο για την επιστήμη ή την ανθρωπότητα
Ισοδύναμα
English
revolutionary
Παραδείγματα
“επαναστατική οργάνωση, επαναστατικός άνθρωπος”
“επαναστατική ανακάλυψη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.