Meaning of επαναστατήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναστατώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
- θα επαναστατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επαναστατώ
Ισοδύναμα
English
rebel
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.