Meaning of επαναπατρίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
- θα επαναπατρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επαναπατρίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.