Meaning of επίκειται | Babel Free
/eˈpi.ci.te/Ορισμοί
που αναμένεται να συμβεί πολύ σύντομα, που πρόκειται να συμβεί
formal, impersonal, third-person, verb
Παραδείγματα
“Επίκεινται εκλογές.”
Elections are imminent.
“Επίκειται η έναρξη διαπραγματεύσεων.”
The beginning of bilateral negotiations is imminent.
“επίκειται πολιτική θύελλα μετά τις τελευταίες δηλώσεις του πρωθυπουργού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.