Meaning of επέπρωτο | Babel Free
/eˈpe.pɾo.to/Ορισμοί
άλλη μορφή του πέπρωτο: γ΄ πρόσωπο ενικού του πέπρωται παρελθοντικού χρόνου (αόριστου, αρχαίου υπερσυντέλικου): ήταν πεπρωμένο
formal
Παραδείγματα
“Αλλά δεν επέπρωτο να διαρκέσει πολύ η επιτυχία αυτή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.