επέπρωτο
Ορισμοί
άλλη μορφή του πέπρωτο: γ΄ πρόσωπο ενικού του πέπρωται παρελθοντικού χρόνου (αόριστου, αρχαίου υπερσυντέλικου): ήταν πεπρωμένο
formal
Παραδείγματα
“Αλλά δεν επέπρωτο να διαρκέσει πολύ η επιτυχία αυτή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free