Meaning of επάργυρος | Babel Free
/eˈpaɾ.ʝi.ɾos/Ορισμοί
που έχει επαργυρωθεί, που έχει καλυφτεί με λεπτό στρώμα ασημιού
Ισοδύναμα
English
silver-plated
Παραδείγματα
“※ Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3) (Κυπριακή Δημοκρατία, Ο περί στρατού της Δημοκρατίας νόμος, Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27, Περί Διαμνημονεύσεων του Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2008 http://www.cylaw.org/KDP/data/2008_1_224.pdf)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.