Meaning of εξωλέμβια | Babel Free
Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωλέμβιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (εξωλέμβιο) του εξωλέμβιος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.