Meaning of εξωιδρυματικός | Babel Free
Ορισμοί
που σχετίζεται με τις υπηρεσίες ή τη δραστηριότητα ενός φορέα (νοσηλευτικού, υγειονομικού, σωφρονιστικού κ.λπ. ιδρύματος), όταν αυτές παρέχονται ή επιτελούνται έξω, μακριά από αυτόν (π.χ. στην κατοικία)
Παραδείγματα
“μετά το σοβαρό ατύχημα που της συνέβη, έχει μόνιμη ανάγκη φροντίδας από κάποιο πρόσωπο, γι' αυτό λαμβάνει ως βοήθημα ένα εξωιδρυματικό επίδομα, ώστε να αντεπεξέλθει στα έξοδα”
“η παροχή κοινωφελούς εργασίας, αντί για εγκλεισμό στη φυλακή, δίνεται πλέον σε ορισμένες περιπτώσεις ως εναλλακτική εξωιδρυματική έκτιση της ποινής”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.