Meaning of εξιδανικευμένων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιδανικευμένος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του εξιδανικευμένος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξιδανικευμένος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.