Meaning of εξηνταβελόνης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο τσιγκούνης ironic, offensive
Παραδείγματα
“※ Εξηνταβελόνης (ωνομάσθη άπό τον ευφυέστατον μεταφραστήν του Μολλιερικού Φιλάργυρου ο εις άκρον φιλάργυρος, καθώς και άπό τους αρχαίους ωνομάζετο με διάφορα, τής αυτής ιδέας ηχόμενα, γελοία επίθετα) . Κυμινοπρίστης, καρδαμογλύφος , παρακρουσιχοίνιχος, κίμβιξ, κνιπός και σκνιπός και σκνιφός, ανελεύθερος, μι(σμι)χρολόγος, ρυπαρός.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.