HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξηλεκτρισμός | Babel Free

Noun CEFR C1
/e.ksi.le.ktɾiˈzmos/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξηλεκτρίζω
  2. η παροχή της δυνατότητας χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας με τη δημιουργία των σχετικών υποδομών
  3. η χρησιμοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας αντί κάποια άλλης μορφής ενέργειας

Παραδείγματα

“※ Πέρα από τα αναμφισβήτητα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα ο εξηλεκτρισμός της ναυτιλίας θα επιφέρει οικονομικά και κοινωνικά οφέλη στα λιμάνια και τις παράκτιες περιοχές και δίκτυα, και θα ενισχύσει τις καθαρές μεταφορές, τις τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών και τις λύσεις ανταπόκρισης στη ζήτηση. (iefimerida.gr, 16/3/2018)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξηλεκτρισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course