HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξηλεκτρίζω | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. παρέχω τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργώντας τις σχετικές υποδομές
  2. χρησιμοποιώ την ηλεκτρική ενέργεια αντί κάποια άλλης πηγής ενέργειας

Παραδείγματα

“※ Το γεγονός ότι συμπεριλήφθηκαν οι σιδηρόδρομοι στους στόχους για την ανανεώσιμη ενέργεια πάντως επικρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου έχει ήδη εξηλεκτριστεί. (avgi.gr, 19/12/2017)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξηλεκτρίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course