Meaning of εξευρωπαΐζω | Babel Free
/e.kse.vɾo.paˈi.zo/Ορισμοί
- θέτω σε λειτουργία μηχανισμούς που μετατρέπουν το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό προφίλ μιας χώρας - ενός λαού σύμφωνα με τα θεωρούμενα ανώτερα πρότυπα της βόρειας και δυτικης Ευρώπης.
- αναπτύσσω, εκσυγχρονίζω και ως ένα βαθμό αρχικά, εκπολιτίζω, σε αντιδιαστολή προς το «ανατολίτικο» και βαλκανικό προφίλ της χώρας
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.