Meaning of εξειδικευτώ | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
- θα εξειδικευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξειδικεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.