Meaning of εξαφανισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει εξαφανιστεί, που είναι άγνωστο το πού βρίσκεται
- για κάποιον που έχουμε να τον δούμε πολύ καιρό ή είναι πολύ απασχολημένος για πολύ καιρό και δεν έχει ελεύθερο χρόνο να δει τους φίλους του
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: σύμβολο † (για γλώσσες, στην ταξινομία)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.