Meaning of εξαφανίζω | Babel Free
Ορισμοί
- κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει
- κάνω κάτι να μην υπάρχει πια, εξαλείφω
- καταστρέφω, εξολοθρεύω
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο μάγος είπε τις μαγικές λέξεις και εξαφάνισε την τράπουλα”
“μας υπόσχονται ότι οι νέες καλλιέργειες θα εξαφανίσουν το πρόβλημα της πείνας ...”
“Η κλιματική αλλαγή απειλεί να εξαφανίσει παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.